διατετραίνω

διατετραίνω, [tense] fut. ([dialect] Ion.)
A

-τετρανέω Hdt.

(v. infr.), or

-τρήσω Apollod. Poliorc.148.3

: [tense] aor.

-έτρησα Plu.2.370b

, App.Mith.26:—[voice] Med.,

-τρήσαιο Gal.4.708

:—[voice] Pass., [tense] aor. part.

-τρηθείς BGU321.13

: [tense] pf. part.

-τετρηυένος Apollod.Poliorc.152.2

:—bore through,

κεφαλάς Hdt. 3.12

; ᾠόν Plu.l.c.:—[voice] Med., [tense] aor.,

ὦτα διετετρήνατο Ar.Th.18

:—[suff] διατελ-διατιτραίνω Thphr.CP1.17.9 ([voice] Pass.); also (as if from διατίτρημι) part.

διατιτράντες D.C.69.12

, [tense] impf.

διετίτρη App.Pun.122

:—late [tense] pres. [full] διατιτράω Suid.: [tense] impf.

διετίτρων App.Hisp.77

;

διετίτρα Gal.14.18

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διατετραίνω — και διατιτραίνω και διατίτρημι και διατιτρῶ ( άω) και διατράω (Α) [τετραίνω] διατρυπώ, τρυπώ πέρα πέρα …   Dictionary of Greek

  • διατετρημένα — διατετραίνω bore through perf part mp neut nom/voc/acc pl διατετρημένᾱ , διατετραίνω bore through perf part mp fem nom/voc/acc dual διατετρημένᾱ , διατετραίνω bore through perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατετρημένον — διατετραίνω bore through perf part mp masc acc sg διατετραίνω bore through perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατετρημένων — διατετραίνω bore through perf part mp fem gen pl διατετραίνω bore through perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρήσαις — διατετραίνω bore through aor part act masc nom/voc sg (doric aeolic) διατετραίνω bore through aor opt act 2nd sg διατρέω run trembling about aor part act masc nom/voc sg (doric aeolic) διατρέω run trembling about aor opt act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρήσαντα — διατετραίνω bore through aor part act neut nom/voc/acc pl διατετραίνω bore through aor part act masc acc sg διατρέω run trembling about aor part act neut nom/voc/acc pl διατρέω run trembling about aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρήσομεν — διατετραίνω bore through aor subj act 1st pl (epic) διατετραίνω bore through fut ind act 1st pl διατρέω run trembling about aor subj act 1st pl (epic) διατρέω run trembling about fut ind act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατετρανέεις — διατετραίνω bore through fut ind act 2nd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατετραίνειν — διατετραίνω bore through pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατετρημένη — διατετραίνω bore through perf part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατετρημένης — διατετραίνω bore through perf part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.